Η πάρεση του προσωπικού νεύρου προκαλεί αδυναμία ή παράλυση των μυών της μίας πλευράς του προσώπου και μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την έκφραση, το κλείσιμο του ματιού, την ομιλία και την καθημερινή λειτουργικότητα. Η συχνότερη μορφή οξείας περιφερικής πάρεσης του προσωπικού νεύρου είναι η παράλυση Bell (Bell’s palsy), κατά την οποία η αδυναμία εμφανίζεται αιφνίδια χωρίς να αναγνωρίζεται κάποια άλλη συγκεκριμένη αιτία. Ωστόσο, η ξαφνική ασυμμετρία του προσώπου δεν οφείλεται πάντοτε σε παράλυση Bell. Μπορεί να σχετίζεται με άλλες παθήσεις του προσωπικού νεύρου ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, με βλάβη του κεντρικού νευρικού συστήματος, όπως ένα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (ΑΕΕ). Για τον λόγο αυτό, η σωστή νευρολογική αξιολόγηση είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Πάρεση του Προσωπικού Νεύρου και Παράλυση Bell
Το προσωπικό νεύρο είναι το έβδομο κρανιακό νεύρο και ελέγχει τους περισσότερους μύες που είναι υπεύθυνοι για τις εκφράσεις του προσώπου. Συμμετέχει επίσης σε άλλες λειτουργίες, όπως η γεύση στο πρόσθιο τμήμα της γλώσσας και η ρύθμιση ορισμένων αδένων, ενώ μέσω ενός μικρού μυός του μέσου ωτός επηρεάζει και την αντίληψη της έντασης των ήχων. Όταν το νεύρο παρουσιάσει δυσλειτουργία, μπορεί να εμφανιστεί αδυναμία ή πλήρης παράλυση στη μία πλευρά του προσώπου. Στην παράλυση Bell, τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται γρήγορα, μέσα σε ώρες, και εξελίσσονται σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Συμπτώματα της Πάρεσης του Προσωπικού Νεύρου
Η κλινική εικόνα εξαρτάται από τη βαρύτητα και το σημείο της βλάβης.
Τα συχνότερα συμπτώματα περιλαμβάνουν:
- ξαφνική αδυναμία ή παράλυση της μίας πλευράς του προσώπου
- ασυμμετρία του προσώπου
- πτώση της γωνίας του στόματος
- δυσκολία στο χαμόγελο
- αδυναμία ανύψωσης του φρυδιού
- εξομάλυνση των ρυτίδων του μετώπου στην πάσχουσα πλευρά
- δυσκολία ή αδυναμία πλήρους σύγκλεισης του ματιού
- ξηροφθαλμία ή αυξημένη δακρύρροια
- διαφυγή υγρών από τη γωνία του στόματος
- δυσκολία κατά τη μάσηση
- μεταβολές στη γεύση
- αυξημένη ευαισθησία στους ήχους (υπερακουσία)
- πόνο γύρω ή πίσω από το αυτί σε ορισμένους ασθενείς
Η σοβαρότητα μπορεί να κυμαίνεται από ήπια μυϊκή αδυναμία έως πλήρη παράλυση του ημιπροσώπου.
Αίτια της Πάρεσης του Προσωπικού Νεύρου
Η πάρεση του προσωπικού νεύρου μπορεί να έχει διαφορετικές αιτίες. Στην παράλυση Bell δεν αναγνωρίζεται κάποια άλλη σαφής αιτία. Θεωρείται ότι φλεγμονή και οίδημα του προσωπικού νεύρου, πιθανώς σε σχέση με επανενεργοποίηση ιογενούς λοίμωξης, μπορεί να συμμετέχουν στον μηχανισμό εμφάνισής της.
Άλλες αιτίες περιφερικής πάρεσης του προσωπικού νεύρου μπορεί να περιλαμβάνουν:
- λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένου του έρπητα ζωστήρα
- νόσο Lyme σε κατάλληλο επιδημιολογικό πλαίσιο
- τραυματισμούς ή κατάγματα του κρανίου
- παθήσεις του μέσου ωτός
- όγκους ή άλλες βλάβες κατά μήκος της πορείας του προσωπικού νεύρου
- νευρολογικές ή συστηματικές παθήσεις
Η αιτία πρέπει να διερευνάται ιδιαίτερα όταν η κλινική εικόνα δεν είναι τυπική για παράλυση Bell.
Διάγνωση της Πάρεσης του Προσωπικού Νεύρου
Η διάγνωση της πάρεσης του προσωπικού νεύρου βασίζεται κυρίως στο ιατρικό ιστορικό και στη λεπτομερή νευρολογική εξέταση. Κατά την εξέταση αξιολογείται η λειτουργία διαφορετικών μυών του προσώπου.
Ο ασθενής μπορεί να κληθεί να:
- σηκώσει τα φρύδια
- κλείσει δυνατά τα μάτια
- χαμογελάσει
- δείξει τα δόντια
- φουσκώσει τα μάγουλα
Αξιολογούνται επίσης τα υπόλοιπα κρανιακά νεύρα, η μυϊκή ισχύς των άκρων, η αισθητικότητα, ο συντονισμός και άλλα νευρολογικά σημεία που μπορεί να υποδηλώνουν διαφορετική αιτία.
Διαφορές μεταξύ Παράλυσης Bell και Εγκεφαλικού Επεισοδίου
Η αιφνίδια ασυμμετρία του προσώπου μπορεί να προκαλέσει ανησυχία για πιθανό εγκεφαλικό επεισόδιο. Στην τυπική περιφερική πάρεση του προσωπικού νεύρου επηρεάζονται συνήθως τόσο το άνω όσο και το κάτω τμήμα της μίας πλευράς του προσώπου. Έτσι, ο ασθενής μπορεί να δυσκολεύεται τόσο να σηκώσει το φρύδι όσο και να κλείσει το μάτι ή να χαμογελάσει. Σε ορισμένες κεντρικές βλάβες, όπως σε ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, η αδυναμία μπορεί να είναι περισσότερο εμφανής στο κάτω μέρος του προσώπου. Ωστόσο, αυτή η διάκριση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται μόνη της για τον αποκλεισμό εγκεφαλικού επεισοδίου. Εάν η ασυμμετρία του προσώπου συνοδεύεται από αδυναμία ή μούδιασμα σε χέρι ή πόδι, διαταραχή της ομιλίας, διπλωπία, σοβαρή αστάθεια, διαταραχή της συνείδησης ή άλλα αιφνίδια νευρολογικά συμπτώματα, απαιτείται άμεση επείγουσα ιατρική αξιολόγηση.
Εξετάσεις για την Πάρεση του Προσωπικού Νεύρου
Σε μία τυπική περίπτωση παράλυσης Bell, η διάγνωση είναι συνήθως κλινική και δεν απαιτούνται πάντοτε εκτεταμένες εξετάσεις. Όταν όμως υπάρχουν άτυπα χαρακτηριστικά, επαναλαμβανόμενα επεισόδια, σταδιακή εξέλιξη, άλλα νευρολογικά συμπτώματα ή ανεπαρκής αποκατάσταση, μπορεί να χρειαστεί περαιτέρω διερεύνηση.
Ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να χρησιμοποιηθούν:
Μαγνητική Τομογραφία Εγκεφάλου (MRI): Για τη διερεύνηση της πορείας του προσωπικού νεύρου και τον αποκλεισμό άλλων νευρολογικών ή δομικών αιτιών.
Αξονική Τομογραφία (CT): Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως όταν υπάρχει ιστορικό τραυματισμού ή υποψία παθολογίας των οστικών δομών.
Εργαστηριακός έλεγχος: Πραγματοποιείται όταν το ιστορικό ή η κλινική εικόνα δημιουργούν υποψία για συγκεκριμένη λοιμώδη, μεταβολική ή συστηματική αιτία.
Θεραπεία της Παράλυσης Bell
Η θεραπεία της παράλυσης Bell είναι σημαντικό να ξεκινήσει έγκαιρα μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων. Τα κορτικοστεροειδή αποτελούν τη βασική φαρμακευτική θεραπεία και έχουν μεγαλύτερο όφελος όταν χορηγούνται νωρίς, συνήθως μέσα στις πρώτες 72 ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων, εφόσον δεν υπάρχουν αντενδείξεις. Σε επιλεγμένους ασθενείς, ιδιαίτερα σε σοβαρή ή πλήρη παράλυση, μπορεί να εξεταστεί η προσθήκη αντιιικής θεραπείας σε συνδυασμό με κορτικοστεροειδή. Όταν υπάρχει υποψία συγκεκριμένης αιτίας, όπως έρπης ζωστήρας ή άλλη υποκείμενη πάθηση, η θεραπεία προσαρμόζεται ανάλογα.
Προστασία του Ματιού
Η αδυναμία πλήρους σύγκλεισης του βλεφάρου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα στην πάρεση του προσωπικού νεύρου. Όταν το μάτι δεν κλείνει πλήρως, ο κερατοειδής μπορεί να παραμένει εκτεθειμένος, αυξάνοντας τον κίνδυνο ξηρότητας, ερεθισμού και τραυματισμού του κερατοειδούς.
Ανάλογα με τη βαρύτητα μπορεί να χρειάζονται:
- τεχνητά δάκρυα
- οφθαλμική λιπαντική αλοιφή
- κατάλληλη προστασία του ματιού κατά τη διάρκεια της νύχτας
- οφθαλμολογική αξιολόγηση όταν υπάρχει σημαντική έκθεση του κερατοειδούς ή οφθαλμικά συμπτώματα
Η προστασία του ματιού αποτελεί βασικό μέρος της αντιμετώπισης και δεν πρέπει να παραμελείται.
Αποκατάσταση της Κινητικότητας του Προσώπου
Οι περισσότεροι ασθενείς με παράλυση Bell παρουσιάζουν σημαντική βελτίωση, όμως ο χρόνος αποκατάστασης διαφέρει. Σε ασθενείς με επίμονη αδυναμία ή ατελή αποκατάσταση μπορεί να είναι χρήσιμη εξειδικευμένη νευρομυϊκή επανεκπαίδευση του προσώπου, με ασκήσεις που προσαρμόζονται στη φάση και στον τύπο της δυσλειτουργίας. Η αποκατάσταση πρέπει να είναι εξατομικευμένη. Η αδιάκριτη χρήση έντονης ηλεκτρικής διέγερσης των μυών του προσώπου δεν αποτελεί θεραπεία ρουτίνας για όλους τους ασθενείς.
Πορεία και Πρόγνωση της Πάρεσης του Προσωπικού Νεύρου
Η πρόγνωση της παράλυσης Bell είναι γενικά καλή και πολλοί ασθενείς παρουσιάζουν σημαντική ή πλήρη αποκατάσταση της λειτουργίας του προσωπικού νεύρου. Η πορεία εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τη βαρύτητα της αρχικής παράλυσης και τον βαθμό της νευρικής βλάβης.
Σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να παραμείνουν:
- υπολειπόμενη αδυναμία του προσώπου
- ασυμμετρία
- ακούσιες συσπάσεις
- αίσθημα τάσης ή σφιξίματος
- συγκινησίες (synkinesis), όπου μία εκούσια κίνηση προκαλεί ταυτόχρονα ανεπιθύμητη κίνηση άλλων μυών του προσώπου
Η παρακολούθηση της πορείας επιτρέπει την έγκαιρη αναγνώριση αυτών των προβλημάτων και την προσαρμογή της αποκατάστασης.
Νευρολογική Παρακολούθηση
Η επανεκτίμηση είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν η παράλυση είναι σοβαρή, όταν υπάρχουν άτυπα συμπτώματα ή όταν η αναμενόμενη βελτίωση καθυστερεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί επανεξέταση της διάγνωσης, νευροφυσιολογικός έλεγχος ή απεικονιστική διερεύνηση. Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία της πάρεσης του προσωπικού νεύρου, η σωστή προστασία του ματιού και η κατάλληλη παρακολούθηση μπορούν να συμβάλουν στην καλύτερη δυνατή αποκατάσταση της λειτουργίας και της συμμετρίας του προσώπου.