Διάγνωση και Θεραπεία της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής

Η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή (Generalised Anxiety Disorder – GAD) είναι μια αγχώδης διαταραχή που χαρακτηρίζεται από επίμονη και υπερβολική ανησυχία για διαφορετικούς τομείς της καθημερινής ζωής. Το άγχος είναι συχνά δύσκολο να ελεγχθεί και μπορεί να επιμένει ακόμη και όταν δεν υπάρχει άμεση απειλή ή όταν το επίπεδο της ανησυ χίας είναι δυσανάλογο σε σχέση με την πραγματική κατάσταση. Ένα άτομο με Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή μπορεί να ανησυχεί υπερβολικά για την εργασία, την υγεία, τα οικονομικά, την οικογένεια, τις σχέσεις, τις υποχρεώσεις, μελλοντικά γεγονότα ή καθημερινές καταστάσεις. Όταν μία ανησυχία υποχωρεί, η προσοχή μπορεί γρήγορα να μετατοπιστεί σε μία άλλη. Το περιστασιακό άγχος και η ανησυχία αποτελούν φυσιολογικό μέρος της ζωής. Στη Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή, όμως, η ανησυχία γίνεται επίμονη, δύσκολα ελεγχόμενη και αρκετά έντονη ώστε να επηρεάζει την καθημερινή λειτουργικότητα, τη συγκέντρωση, τον ύπνο, τις σχέσεις, την εργασία και την ποιότητα ζωής. Η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή μπορεί επίσης να προκαλεί σημαντικά σωματικά συμπτώματα, όπως μυϊκή ένταση, κόπωση, ανησυχία, πονοκεφάλους, γαστρεντερικές ενοχλήσεις και διαταραχές του ύπνου.

Κατανόηση της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής

Η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή διαφέρει από το άγχος που συνδέεται με μία συγκεκριμένη κατάσταση ή έναν συγκεκριμένο φόβο. Το άγχος τείνει να επεκτείνεται σε πολλούς διαφορετικούς τομείς της ζωής, αντί να περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, κατάσταση ή γεγονός.

Συχνές πηγές ανησυχίας μπορεί να είναι:

  • η υγεία
  • η εργασία και η επαγγελματική απόδοση
  • τα οικονομικά
  • η οικογένεια και οι σχέσεις
  • οι υποχρεώσεις
  • η υγεία και η ασφάλεια αγαπημένων προσώπων
  • ο φόβος μήπως γίνει κάποιο λάθος
  • τα ραντεβού και οι προθεσμίες
  • οι καθημερινές αποφάσεις
  • η αβεβαιότητα για το μέλλον

Το άτομο μπορεί να αναγνωρίζει ότι ανησυχεί υπερβολικά, αλλά παρ' όλα αυτά να δυσκολεύεται να σταματήσει ή να ελέγξει την ανησυχία. Για ορισμένους ανθρώπους, το άγχος γίνεται τόσο οικείο ώστε περιγράφουν τον εαυτό τους ως άτομα που «ανησυχούν για τα πάντα» εδώ και πολλά χρόνια.

Συμπτώματα της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής

Η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή μπορεί να επηρεάζει τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τη συμπεριφορά και το σώμα.

Συχνά συμπτώματα περιλαμβάνουν:

  • υπερβολική και επίμονη ανησυχία
  • δυσκολία ελέγχου της ανησυχίας
  • νευρικότητα ή αίσθηση συνεχούς έντασης
  • εσωτερική ανησυχία
  • δυσκολία χαλάρωσης
  • ευερεθιστότητα
  • δυσκολία συγκέντρωσης
  • αίσθηση ότι το μυαλό «αδειάζει»
  • κόπωση
  • μυϊκή ένταση
  • δυσκολίες στον ύπνο

Η ένταση των συμπτωμάτων μπορεί να μεταβάλλεται με τον χρόνο και συχνά αυξάνεται σε περιόδους μεγαλύτερου στρες.

Σωματικά Συμπτώματα του Άγχους

Η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή δεν εκδηλώνεται μόνο με ανήσυχες σκέψεις. Το άγχος ενεργοποιεί φυσιολογικά συστήματα του οργανισμού που σχετίζονται με την αντίδραση σε πιθανή απειλή και αυτό μπορεί να προκαλέσει αισθητά σωματικά συμπτώματα.

Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • μυϊκή ένταση ή μυϊκούς πόνους
  • πονοκεφάλους
  • ταχυκαρδία ή αίσθημα παλμών
  • τρέμουλο
  • εφίδρωση
  • ζάλη ή αίσθημα αστάθειας
  • αλλαγές στην αναπνοή
  • γαστρεντερικές ενοχλήσεις
  • ναυτία
  • δυσκολία στην κατάποση
  • κόπωση
  • αυξημένη συχνότητα ούρησης
  • δυσκολία να αποκοιμηθεί ή να παραμείνει κοιμισμένο το άτομο

Για ορισμένους ασθενείς, τα σωματικά συμπτώματα αποτελούν έναν από τους κύριους λόγους για τους οποίους αρχικά αναζητούν ιατρική βοήθεια. Η κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση παραμένει σημαντική όταν τα συμπτώματα είναι νέα, επίμονα ή κλινικά σημαντικά, καθώς παρόμοιες εκδηλώσεις μπορεί να εμφανίζονται και σε σωματικές παθήσεις.

Ο Κύκλος της Ανησυχίας και του Άγχους

Ένα από τα κεντρικά χαρακτηριστικά της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής είναι ο επίμονος κύκλος ανησυχίας. Μία σκέψη σχετικά με μία πιθανή μελλοντική δυσκολία μπορεί να οδηγήσει σε επανειλημμένες προσπάθειες πρόβλεψης όσων μπορεί να συμβούν και αποτροπής αρνητικών αποτελεσμάτων.

Σκέψεις όπως:

  • «Τι θα γίνει αν κάτι πάει στραβά;»
  • «Τι θα γίνει αν έχω ξεχάσει κάτι;»
  • «Τι θα γίνει αν πάρω τη λάθος απόφαση;»
  • «Τι θα γίνει αν συμβεί κάτι στην οικογένειά μου;»
  • «Τι θα γίνει αν δεν μπορέσω να τα καταφέρω;»

μπορεί να απασχολούν επανειλημμένα την προσοχή του ατόμου. Η ανησυχία μπορεί προσωρινά να δημιουργεί την αίσθηση ότι το άτομο είναι προετοιμασμένο ή έχει τον έλεγχο. Μακροπρόθεσμα, όμως, η επαναλαμβανόμενη ανησυχία μπορεί να διατηρεί το άγχος, να αυξάνει τη σωματική ένταση και να καθιστά την αβεβαιότητα όλο και πιο δύσκολα ανεκτή. Ως αποτέλεσμα, το άτομο μπορεί να αφιερώνει σημαντικό χρόνο στην ανάλυση πιθανών σεναρίων, στην αναζήτηση διαβεβαίωσης, στον επανειλημμένο έλεγχο, στον υπερβολικό προγραμματισμό ή στην αναβολή αποφάσεων.

Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή και Δυσκολία Ανοχής της Αβεβαιότητας

Η δυσκολία ανοχής της αβεβαιότητας συνδέεται συχνά με τη Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή. Η καθημερινή ζωή περιλαμβάνει αναπόφευκτα καταστάσεις στις οποίες η απόλυτη βεβαιότητα είναι αδύνατη. Ένα άτομο με Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή μπορεί να βιώνει αυτή την αβεβαιότητα ως ιδιαίτερα δυσάρεστη και να προσπαθεί επανειλημμένα να την εξαλείψει μέσω της σκέψης, του ελέγχου, του προγραμματισμού ή της αναζήτησης διαβεβαίωσης.

Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει:

  • επανειλημμένη επανεξέταση αποφάσεων
  • αναζήτηση διαβεβαίωσης από άλλους
  • υπερβολική προετοιμασία
  • επανειλημμένο έλεγχο πληροφοριών
  • δυσκολία ανάθεσης ευθυνών σε άλλους
  • αποφυγή λήψης αποφάσεων
  • φαντασία πολλών πιθανών αρνητικών εκβάσεων
  • προσπάθεια πρόβλεψης κάθε πιθανής δυσκολίας

Οι στρατηγικές αυτές μπορεί να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, αλλά μπορούν να ενισχύσουν την αντίληψη ότι η αβεβαιότητα είναι από μόνη της επικίνδυνη ή μη διαχειρίσιμη.

Επίδραση της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής στην Καθημερινή Ζωή

Το επίμονο άγχος μπορεί σταδιακά να επηρεάσει πολλούς τομείς της λειτουργικότητας.

Δυσκολίες μπορεί να εμφανιστούν:

  • στην εργασία και την επαγγελματική απόδοση
  • στις σπουδές
  • στη συγκέντρωση και τη λήψη αποφάσεων
  • στον ύπνο
  • στις οικογενειακές σχέσεις
  • στις συντροφικές σχέσεις
  • στις κοινωνικές δραστηριότητες
  • στην ικανότητα ξεκούρασης και χαλάρωσης
  • στην απόλαυση του ελεύθερου χρόνου
  • στη συνολική ποιότητα ζωής

Ορισμένοι άνθρωποι διατηρούν υψηλό επίπεδο λειτουργικότητας παρά το σημαντικό εσωτερικό άγχος. Μπορεί να συνεχίζουν να εργάζονται, να φροντίζουν την οικογένειά τους και να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους, ενώ ταυτόχρονα περνούν μεγάλο μέρος της ημέρας ανησυχώντας ή βιώνοντας σωματική ένταση. Για τον λόγο αυτό, η σοβαρότητα της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής δεν μπορεί πάντα να εκτιμηθεί μόνο από το εξωτερικό επίπεδο λειτουργικότητας του ατόμου.

Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή και Ύπνος

Οι δυσκολίες στον ύπνο είναι συχνές στα άτομα με Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή. Το άτομο μπορεί να δυσκολεύεται να αποκοιμηθεί επειδή οι σκέψεις και οι ανησυχίες γίνονται εντονότερες όταν μειώνονται οι εξωτερικοί περισπασμοί. Άλλοι μπορεί να ξυπνούν κατά τη διάρκεια της νύχτας και να αρχίζουν να σκέφτονται τις υποχρεώσεις, την υγεία, την εργασία ή μελλοντικά γεγονότα.

Ο ανεπαρκής ύπνος μπορεί στη συνέχεια να αυξήσει:

  • την κόπωση
  • την ευερεθιστότητα
  • τη δυσκολία συγκέντρωσης
  • τη συναισθηματική αντιδραστικότητα
  • την ευαισθησία στο στρες

Το άγχος και οι διαταραχές του ύπνου μπορούν επομένως να ενισχύουν το ένα το άλλο και μπορεί να χρειάζεται να αντιμετωπιστούν παράλληλα στο πλαίσιο της θεραπείας.

Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή, Κατάθλιψη και Άλλες Ψυχικές Διαταραχές

Η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή μπορεί να εμφανίζεται μόνη της, αλλά συχνά συνυπάρχει με άλλες ψυχικές διαταραχές.

Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • κατάθλιψη
  • διαταραχή πανικού
  • διαταραχή κοινωνικού άγχους
  • άλλες αγχώδεις διαταραχές
  • ιδεοψυχαναγκαστικά συμπτώματα
  • διαταραχή μετατραυματικού στρες
  • διαταραχές ύπνου
  • κατάχρηση αλκοόλ ή άλλων ουσιών

Η παρουσία μιας άλλης διαταραχής μπορεί να επηρεάσει τόσο τα συμπτώματα όσο και τον σχεδιασμό της θεραπείας. Για τον λόγο αυτό, η ολοκληρωμένη ψυχιατρική αξιολόγηση εξετάζει τη συνολική κλινική εικόνα και δεν περιορίζεται μόνο στο άγχος.

Άγχος, Αλκοόλ και Ηρεμιστικά Φάρμακα

Ορισμένοι άνθρωποι προσπαθούν να διαχειριστούν το επίμονο άγχος με αλκοόλ, ηρεμιστικά φάρμακα ή άλλες ουσίες. Παρότι αυτά μπορεί να μειώνουν προσωρινά το άγχος, η επαναλαμβανόμενη χρήση μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετες δυσκολίες και να συμβάλει στην ανάπτυξη ανοχής, εξάρτησης, διαταραχών του ύπνου ή επιδείνωσης του άγχους με την πάροδο του χρόνου. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται με τις βενζοδιαζεπίνες, οι οποίες μπορούν να μειώσουν γρήγορα το άγχος, αλλά γενικά δεν θεωρούνται κατάλληλη θεραπευτική στρατηγική ρουτίνας για τη μακροχρόνια αντιμετώπιση της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής λόγω κινδύνων όπως η ανοχή και η εξάρτηση. Η χρήση φαρμάκων θα πρέπει επομένως να αξιολογείται στο πλαίσιο της συνολικής ψυχιατρικής εκτίμησης.

Αίτια και Παράγοντες που Συνδέονται με τη Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή

Δεν υπάρχει μία μοναδική αιτία της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής. Η ανάπτυξή της θεωρείται ότι προκύπτει από την αλληλεπίδραση βιολογικών, γενετικών, ψυχολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.

Παράγοντες που μπορεί να συμβάλλουν περιλαμβάνουν:

  • οικογενειακή προδιάθεση για αγχώδεις διαταραχές
  • ατομική ευαισθησία στο στρες
  • παρατεταμένες ή επαναλαμβανόμενες στρεσογόνες εμπειρίες
  • δυσμενείς εμπειρίες ζωής
  • χαρακτηριστικά προσωπικότητας και γνωσιακού τρόπου λειτουργίας
  • πρότυπα υπερβολικής ανησυχίας
  • δυσκολία ανοχής της αβεβαιότητας
  • συνεχιζόμενο επαγγελματικό, οικονομικό, οικογενειακό ή διαπροσωπικό στρες

Η σχετική σημασία αυτών των παραγόντων διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Η κατανόηση των παραγόντων που πυροδοτούν και διατηρούν το άγχος μπορεί να είναι χρήσιμη για τη διαμόρφωση ενός εξατομικευμένου θεραπευτικού πλάνου.

Διάκριση της Φυσιολογικής Ανησυχίας από τη Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή

Δεν αποτελεί κάθε περίοδος αυξημένης ανησυχίας ένδειξη αγχώδους διαταραχής. Το στρες συνήθως εμφανίζεται σε σχέση με αναγνωρίσιμες απαιτήσεις ή πιέσεις. Για παράδειγμα, ένα άτομο μπορεί να βιώνει άγχος κατά τη διάρκεια μιας δύσκολης περιόδου στην εργασία, πριν από μία εξέταση, σε περίοδο οικονομικών δυσκολιών ή όταν αντιμετωπίζει ασθένεια στην οικογένεια. Στη Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή, η ανησυχία είναι περισσότερο επίμονη, γενικευμένη και δύσκολα ελεγχόμενη. Επεκτείνεται σε διαφορετικούς τομείς της ζωής και προκαλεί σημαντική ψυχική επιβάρυνση ή δυσκολίες στη λειτουργικότητα.

Η διάκριση δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο ανησυχεί ένα άτομο, αλλά και από:

  • τη διάρκεια
  • την ένταση
  • την ικανότητα ελέγχου της ανησυχίας
  • τα συνοδά σωματικά και ψυχολογικά συμπτώματα
  • την επίδραση στην καθημερινή λειτουργικότητα

Διάγνωση της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής

Η διάγνωση της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής βασίζεται σε ολοκληρωμένη ψυχιατρική ή κλινική ψυχολογική αξιολόγηση. Στους ενήλικες, σημαντικό διαγνωστικό χαρακτηριστικό είναι η υπερβολική ανησυχία και το άγχος για διάφορα γεγονότα ή δραστηριότητες, που εμφανίζονται τις περισσότερες ημέρες για διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών, μαζί με δυσκολία ελέγχου της ανησυχίας.

Τα συνοδά συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • ανησυχία ή αίσθηση έντασης
  • εύκολη κόπωση
  • δυσκολία συγκέντρωσης
  • ευερεθιστότητα
  • μυϊκή ένταση
  • διαταραχές ύπνου

Η αξιολόγηση εξετάζει επίσης τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων και την επίδρασή τους στην εργασία, τις σχέσεις και την καθημερινή λειτουργικότητα. Η διάγνωση δεν βασίζεται σε μία συγκεκριμένη εργαστηριακή εξέταση ή απεικόνιση του εγκεφάλου.

Ιατρική Αξιολόγηση και Διαφορική Διάγνωση

Συμπτώματα όπως οι παλμοί, το τρέμουλο, η εφίδρωση, η κόπωση, οι διαταραχές ύπνου και η ανησυχία δεν είναι ειδικά μόνο για τις αγχώδεις διαταραχές. Ανάλογα με την κλινική εικόνα, μπορεί επομένως να χρειάζεται διερεύνηση πιθανών σωματικών παθήσεων ή ουσιών που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στα συμπτώματα.

Η διαφορική διάγνωση μπορεί να περιλαμβάνει:

  • διαταραχές του θυρεοειδούς
  • καρδιολογικές παθήσεις
  • ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων
  • χρήση διεγερτικών ουσιών ή υπερβολική κατανάλωση καφεΐνης
  • διαταραχές που σχετίζονται με τη χρήση ουσιών
  • διαταραχές ύπνου
  • άλλες σωματικές αιτίες συμπτωμάτων που μοιάζουν με άγχος

Η ψυχιατρική διαφορική διάγνωση μπορεί να περιλαμβάνει:

  • διαταραχή πανικού
  • διαταραχή κοινωνικού άγχους
  • διαταραχή άγχους ασθένειας
  • ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή
  • διαταραχή μετατραυματικού στρες
  • κατάθλιψη
  • διαταραχή προσαρμογής

Η σωστή διάγνωση είναι σημαντική ώστε η θεραπεία να στοχεύει στην κατάσταση που πραγματικά προκαλεί ή διατηρεί τα συμπτώματα.

Θεραπεία της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής

Η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά και πολλοί ασθενείς παρουσιάζουν σημαντική βελτίωση με την κατάλληλη θεραπεία.

Η θεραπεία εξατομικεύεται ανάλογα με:

  • τη σοβαρότητα και τη διάρκεια του άγχους
  • την επίδραση στην καθημερινή λειτουργικότητα
  • την παρουσία κατάθλιψης ή άλλων ψυχιατρικών διαταραχών
  • τη σωματική υγεία
  • προηγούμενες θεραπείες
  • τις προτιμήσεις και τις ανάγκες του ασθενούς

Η αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει ψυχοθεραπεία, φαρμακευτική θεραπεία, ψυχοεκπαίδευση και αλλαγές που υποστηρίζουν τον ύπνο, τη σωματική υγεία και τη διαχείριση του στρες. Η ψυχοθεραπεία και η φαρμακευτική αγωγή μπορούν να χρησιμοποιηθούν μεμονωμένα ή σε συνδυασμό, ανάλογα με την κλινική εικόνα.

Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT)

Η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (Cognitive Behavioural Therapy – CBT) αποτελεί μία από τις καλύτερα τεκμηριωμένες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις για τη Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή. Η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) μπορεί να βοηθήσει το άτομο να αναγνωρίσει πρότυπα σκέψης και συμπεριφοράς που συμβάλλουν στη διατήρηση του άγχους και να αναπτύξει πιο προσαρμοστικούς τρόπους ανταπόκρισης στην ανησυχία και την αβεβαιότητα.

Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει δουλειά με:

  • την υπερβολική ανησυχία
  • τις καταστροφικές προβλέψεις
  • τη δυσκολία ανοχής της αβεβαιότητας
  • την αναζήτηση διαβεβαίωσης
  • την αποφυγή
  • τον υπερβολικό έλεγχο ή την υπερβολική προετοιμασία
  • τις πεποιθήσεις σχετικά με τη χρησιμότητα ή την επικινδυνότητα της ανησυχίας
  • συμπεριφορικά πρότυπα που διατηρούν το άγχος

Στόχος δεν είναι να εξαλειφθεί κάθε αβεβαιότητα ή κάθε μορφή άγχους από τη ζωή. Η θεραπεία βοηθά το άτομο να ανταποκρίνεται στην αβεβαιότητα, την ανησυχία και τις δύσκολες καταστάσεις με πιο ευέλικτο και λειτουργικό τρόπο.

Φαρμακευτική Θεραπεία της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής

Η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να εξεταστεί όταν το άγχος είναι μέτριο ή σοβαρό, προκαλεί σημαντική έκπτωση της λειτουργικότητας, επιμένει παρά τις ψυχολογικές παρεμβάσεις ή όταν ο ασθενής προτιμά τη φαρμακευτική θεραπεία.

Συχνά χρησιμοποιούνται ορισμένα αντικαταθλιπτικά φάρμακα, κυρίως:

  • Εκλεκτικοί Αναστολείς Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης (SSRIs)
  • Αναστολείς Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης και Νοραδρεναλίνης (SNRIs)

Τα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται επίσης στη θεραπεία της κατάθλιψης, αλλά διαθέτουν τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα και στις αγχώδεις διαταραχές. Η θεραπευτική τους δράση αναπτύσσεται σταδιακά και η θεραπεία θα πρέπει να επιλέγεται και να παρακολουθείται εξατομικευμένα ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση, την ανεκτικότητα, τις συνυπάρχουσες καταστάσεις και τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες. Άλλες φαρμακευτικές επιλογές μπορεί να εξεταστούν σε επιλεγμένες περιπτώσεις μετά από ψυχιατρική αξιολόγηση.

Ο Ρόλος των Βενζοδιαζεπινών

Οι βενζοδιαζεπίνες μπορούν να μειώσουν γρήγορα το άγχος, αλλά ο ρόλος τους στη μακροχρόνια αντιμετώπιση της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής είναι περιορισμένος.

Η τακτική ή παρατεταμένη χρήση μπορεί να συνδέεται με:

  • ανοχή
  • σωματική εξάρτηση
  • συμπτώματα στέρησης
  • καταστολή
  • γνωστικές δυσκολίες
  • δυσκολία κατά τη διακοπή της θεραπείας

Για τον λόγο αυτό, οι βενζοδιαζεπίνες γενικά δεν χρησιμοποιούνται ως θεραπεία ρουτίνας για τη μακροχρόνια αντιμετώπιση της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής. Όταν η χρήση τους κρίνεται κλινικά κατάλληλη, θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά και να παρακολουθείται από τον θεράποντα ιατρό. Οι ασθενείς που λαμβάνουν τακτικά βενζοδιαζεπίνες δεν θα πρέπει να τις διακόπτουν απότομα χωρίς ιατρική καθοδήγηση, καθώς μπορεί να απαιτείται σταδιακή μείωση της δόσης.

Τρόπος Ζωής και Υποστηρικτικά Μέτρα

Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής δεν αντικαθιστούν τη θεραπεία όταν υπάρχει κλινικά σημαντική αγχώδης διαταραχή, αλλά μπορούν να υποστηρίξουν την αποκατάσταση και τη γενικότερη ευεξία.

Χρήσιμα μέτρα μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • τακτική σωματική δραστηριότητα
  • σταθερό ωράριο ύπνου και αφύπνισης
  • περιορισμό της υπερβολικής κατανάλωσης καφεΐνης
  • περιορισμό του αλκοόλ
  • αποφυγή ψυχοδραστικών ουσιών
  • τακτικά γεύματα
  • τεχνικές χαλάρωσης και αναπνοής
  • διατήρηση κοινωνικών επαφών
  • επαρκείς περίοδοι ξεκούρασης και αποκατάστασης

Τα πιο χρήσιμα μέτρα διαφέρουν από άτομο σε άτομο και θα πρέπει να αποτελούν μέρος ενός ρεαλιστικού θεραπευτικού πλάνου, χωρίς να μετατρέπονται σε μία ακόμη πηγή πίεσης ή υπερβολικής αυτοπαρακολούθησης.

Πότε Χρειάζεται Επαγγελματική Αξιολόγηση

Η επαγγελματική αξιολόγηση είναι κατάλληλη όταν το άγχος:

  • επιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα
  • γίνεται δύσκολο να ελεγχθεί
  • καταλαμβάνει σημαντικό μέρος της ημέρας
  • επηρεάζει τον ύπνο
  • επηρεάζει τη συγκέντρωση ή τη λήψη αποφάσεων
  • δυσκολεύει την εργασία, τις σχέσεις ή τις καθημερινές δραστηριότητες
  • προκαλεί επίμονα σωματικά συμπτώματα
  • οδηγεί σε αποφυγή ή υπερβολική αναζήτηση διαβεβαίωσης
  • συνυπάρχει με κατάθλιψη ή χρήση ουσιών

Η άμεση αξιολόγηση είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν το άγχος συνοδεύεται από σκέψεις αυτοκτονίας ή αυτοτραυματισμού, σοβαρή επιδείνωση της ψυχικής κατάστασης, αδυναμία αυτοφροντίδας ή επικίνδυνη συμπεριφορά.

Εξατομικευμένη Θεραπεία της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής

Η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή μπορεί να εκδηλώνεται διαφορετικά σε κάθε άνθρωπο. Για ορισμένους, κυρίαρχο σύμπτωμα είναι η υπερβολική ανησυχία. Για άλλους, μπορεί να είναι πιο έντονα η μυϊκή ένταση, η αϋπνία, η κόπωση, η ευερεθιστότητα ή η δυσκολία συγκέντρωσης. Μια ολοκληρωμένη ψυχιατρική και ψυχοθεραπευτική αξιολόγηση βοηθά στον προσδιορισμό της φύσης του άγχους, στην αναγνώριση των παραγόντων που το διατηρούν, στον εντοπισμό συνυπαρχουσών ψυχιατρικών ή σωματικών καταστάσεων και στην επιλογή της καταλληλότερης θεραπείας. Με την κατάλληλη θεραπεία, οι ασθενείς μπορούν να μάθουν να διαχειρίζονται αποτελεσματικότερα την ανησυχία και την αβεβαιότητα, να μειώσουν τα ψυχολογικά και σωματικά συμπτώματα, να βελτιώσουν την καθημερινή τους λειτουργικότητα και να ανακτήσουν μεγαλύτερη αίσθηση σταθερότητας και ελέγχου στην καθημερινή ζωή.