Η συναισθηματική υγεία των ιατρών σε δύσκολες εποχές

Τα τρία τελευταία χρόνια επήλθαν σοβαρές δομικές αλλαγές στο ιατρικό επάγγελμα στην Κύπρο.

Αυτές σχετίζονται με την εφαρμογή του ΓΕΣΥ, με την ιδιωτικοποίηση αρκετών γιατρών του Δημοσίου, τη διαφοροποίηση στον ιατρικό κόσμο που φέρνει τελικά η πορεία προς αυτονόμηση των Δημοσίων Νοσηλευτηρίων, την διαφοροποίηση της επαγγελματικής ταυτότητας του ιδιώτη Γενικού ή Ειδικού «κυβερνητικού γιατρού» του ΓΕΣΥ, την διαφοροποίηση των Ιδιωτικών Κλινικών, που μετατρέπονται σε Δίκτυο Δημόσιας χρήσης, την αβεβαιότητα του ιδιώτη γιατρού εκτός ΓΕΣΥ και πολλά άλλα.

Γύρω από αυτά και διάφοροι άλλοι παράγοντες που προέρχονται από αυτά καθορίζουν το επίπεδο της ψυχικής υγείας, της ευημερίας των γιατρών και την ποιότητα της ζωής τους.

Μαζί με τις πιο πάνω αλλαγές, τόσο το σύστημα όσο και οι γιατροί σαν μέλη του, εκτός από τα προβλήματα και τις ευθύνες της καθημερινότητας του δοκιμάζονται και από της πανδημία του κορονοϊού. Αυτή εντατικοποίησε την ψυχολογική και συναισθηματική πίεση ειδικά πάνω στους γιατρούς.

Για να αναλύσουμε και κατανοήσουμε την συναισθηματική υγεία των γιατρών ξεχωρίζουμε τους δύο πιο βασικούς παράγοντες που είναι χαρακτηριστικοί μόνο στο ιατρικό επάγγελμα και παίζουν καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της συναισθηματικής και γενικά της ψυχικής τους υγείας

Πρώτο είναι το ιδιόμορφο και ξεχωριστό στάτους του ιατρικού επαγγέλματος. 

Δηλαδή σε όλα τον κόσμο δεν υπάρχει κανένα άλλο επάγγελμα που εξυπηρετεί τον άνθρωπο, που να έχει τόση άμεση και τεράστια ευθύνη για την ζωή, όσο το ιατρικό.

Δεύτερον είναι η έμφαση που δίνεται στην ατομική ευθύνη του γιατρού.

Το θέμα της ευθύνης απασχολεί όλο τον κόσμο σε ότι αφορά την εξυπηρέτηση των ατομικών, οικογενειακών, κοινωνικών και επαγγελματικών του υποχρεώσεων.

Οποιονδήποτε βήμα, πράξη ή δήλωση που γίνεται από γιατρό χαρακτηρίζεται σαν πράξη ευθύνης από την πλευρά του ιατρού, προς τον εαυτό του, τον ασθενή του και την κοινωνία.

Αυτό προέρχεται από το γεγονός, ότι τόσο η διάγνωση όσο και η θεραπευτική αντιμετώπιση καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τους όρους διαβίωσης και επιβίωσης τόσο του ασθενούς όσο και άλλων μελών της οικογένειας του.

Η ευθύνη αυτή είναι τεράστια όσον αφορά στην παροχή υπηρεσιών σε άλλο άτομο και ιδιαίτερα όταν οι υπηρεσίες αυτές είναι ιατρικές.

Σήμερα δημιουργείται ένα νέο πρότυπο συνεργασίας μεταξύ ιατρού και ασθενούς, όπου αναπτύσσεται μία σχέση εμπιστοσύνης και αλληλοβοήθειας. Ο ασθενής δεν αντιμετωπίζεται σαν αντικείμενο ιατρικής λογικής, αλλά σαν συνεργάτης που χρήζει βοήθειας.

Η ιατρική πράξη όμως, που έχει σαν σκοπό την πρόληψη, διάγνωση,θεραπεία και αποκατάσταση της υγείας ενός ανθρώπου, με όσα άλλα άτομα μπορούν να εμπλακούν στον ενδιάμεσο χώρο- νοσηλευτές, ψυχολόγους, ακτινολόγους, φυσιοθεραπευτές, λογοθεραπευτές, διατροφολόγους, διαιτολόγους, εργοθεραπευτές και άλλους, που κάποτε ονομάζονται, αν εργάζονται μαζί, και πολυθεματική ομάδα, αποτελεί πάλι αποκλειστική ατομική ευθύνη του γιατρού, γιατί αυτός ζήτησε την βοήθεια τους και τους κάλεσε να συμμετέχουν κάτω από τις εντολές και την εποπτεία του για να συμπληρώσουν και ολοκληρώσουν την προσπάθεια του. Ο Γιατρός φέρει οποιαδήποτε ηθική αλλά νομική ευθύνη.

Με βάση τα πιο πάνω γίνεται αντιληπτό το τεράστιο συναισθηματικό βάρος που αναλαμβάνει ο κάθε γιατρός μέχρι να έχει αποτέλεσμα η προσπάθεια που κάνει...

Αν λάβουμε τώρα υπόψη και την μεγάλη πίεση που δέχεται λόγω της μόλυνσης του κορονοϊού, την απειλή που δέχεται ο ίδιος και η οικογένεια του από τυχόν μόλυνση, αλλά και τον φόρτο εργασίας, που δεν είναι λίγος, την εργασία με ένα άγνωστο μισθολόγιο, το οποίο ανεβοκατεβαίνει ανάλογα με τις μονάδες που δίνει το ΓΕΣΥ και από την ζήτηση στον απόλυτο ιδιωτικό ιατρικό τομέα, τότε αντιλαμβανόμαστε πως το συναισθηματικό βάρος που αναλαμβάνει ο γιατρός σήμερα είναι πολύ μεγάλο.

Είναι λοιπόν η ώρα και ο ίδιος ο γιατρός εκεί που διεκδικεί το δικαίωμα στην προστασία της υγείας των ασθενών του και άλλων συμπολιτών του, να αγωνιστεί και να το εξασφαλίσει τα ίδια και για τον εαυτό του.

Το πρώτο θέμα είναι η αυτογνωσία, που πρέπει να βοηθήσει τον καθένα να αντιληφθεί έγκαιρα την κατάσταση της ψυχικής του υγείας και να λάβει μέτρα, πρώτα από μόνος του και αν χρειαστεί να ζητήσει βοήθεια..

Δεύτερο, πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους πως το πιο πάνω είναι κοινωνικό δικαίωμα και η υποχρέωση της εφαρμογής του ανήκει στο κράτος, που πρέπει να προβαίνει σε συγκεκριμένες ενέργειες που να εξασφαλίζεται η σωματική και ψυχική υγεία του ιατρικού κόσμου και τη διανοητική του ευεξία.